ΤΣΙΧΙΣΤΖΒΑΡΙ – ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ

Γράφει ο Δημήτρης Νίκου

Β‘ μέρος

ΙΣΩΣ ΝΑ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΙΔΕΑ ΜΟΥ, ΑΛΛΑ ΟΤΑΝ ΒΓΗΚΑΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΗ ΒΟΛΤΑ ΜΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ, ΜΟΥ ΦΑΙΝΟΤΑΝ ΣΑΝ ΝΑ ΕΙΧΕ ΑΛΛΑΞΕΙ ΕΝΤΕΛΩΣ ΕΙΚΟΝΑ Η ΜΕΡΑ. ΑΛΛΟΣ ΚΑΙΡΟΣ, ΑΛΛΗ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ, ΑΛΛΟΣ ΑΕΡΑΣ. ΕΙΝΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΑ ΜΑΓΙΚΟ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΟΤΑΝ ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΙΟ ΟΙΚΕΙΑ, ΠΙΟ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΠΙΑ, ΕΚΕΙΝΑ ΣΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΝ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΣΕ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΚΙ ΑΥΤΑ ΜΕ ΑΛΛΟ ΜΑΤΙ Η ΣΤΟ ΚΛΕΙΝΟΥΝ ΣΑΝ ΩΡΑΙΟ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟ ΦΛΕΡΤ ΠΟΥ ΜΟΛΙΣ ΑΝΘΙΖΕΙ. ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΔΕΧΤΩ ΠΩΣ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΙΣΘΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΧΩ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΤΣΙΧΙΣΤΖΒΑΡΙ, ΑΛΛΑ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΜΟΥ ΣΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ. ΕΝΑ ΦΛΕΡΤ, ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΦΟΒΙΣΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ, ΠΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΕΞΕΛΙΣΣΕΤΑΙ ΣΕ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΟ ΕΡΩΤΑ.

Πρώτος μας σταθμός ήταν η εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, ίσως το σημαντικότερο σημείο του χωριού, σύμφωνα με τον κύριο Γιώργο. Χτισμένος δίπλα σε έναν βραχώδη λοφίσκο όπου βρίσκεται χωριστά το καμπαναριό του και επιβλέπει από ψηλά όλο το χωριό, ο ναός, στέκει όμορφος, απλός και ταπεινός στο σχήμα και την κατασκευή. Είναι εκεί που οι πρώτοι Έλληνες πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο Τσιχιστζβάρι φώλιασαν τις ελπίδες τους για μια ζωή καλύτερη, μακριά από διωγμούς και μίση. Είναι αυτή η εκκλησία που έχτισαν για να ευχαριστήσουν τον Θεό που βοηθήθηκαν, που σώθηκαν, που βρήκαν τη φιλόξενη γη που ονειρεύονταν, όπως και ο ταλαιπωρημένος λαός του Μωυσή τη γη της επουράνιας επαγγελίας.

Ο κύριος Γιώργος άνοιξε την σιδερένια καγκελόπορτα με την ελληνική επιγραφή και τον βυζαντινό δικέφαλο αετό και φτάσαμε στην κλειστή ξύλινη πόρτα του ναού με τους τέσσερις σκαλιστούς σταυρούς. Μπροστά απ’ την είσοδο, στη μάντρα που οριοθετεί το χώρο της εκκλησίας, κυμάτιζαν μαζί δυο σημαίες, η γεωργιανή και η ελληνική, σκισμένες κι οι δυο σε πολλά σημεία, ταλαιπωρημένες σαν τους δυο λαούς που η μοίρα τους έφερε τόσο πολλές φορές κοντά, όπως κοντά έβλεπα τις δυο εκείνες σημαίες να ακολουθούν μαζί τις προσταγές του ανέμου. Για κακή μας τύχη, ο άνθρωπος που κρατούσε τα κλειδιά της εκκλησίας δεν ήταν εκείνη την ώρα στο χωριό κι έτσι στάθηκε αδύνατο να μπούμε στο εσωτερικό και να θαυμάσουμε τις παλιές εικόνες και τις αγιογραφίες. Θα πηγαίναμε στον πλαϊνό λοφίσκο με το καμπαναριό, όμως καθώς βγαίναμε από τον περίβολο, την προσοχή μου τράβηξε μια πινακίδα στην αριστερή της εισόδου κάθετη πλευρά του ναού. “150 χρόνια από την μετανάστευση των Ελλήνων-Ρωμαίων της περιφέρειας Τραπεζούντας στο χωριό Τσιχιστζβάρι της Γεωργίας, 1861-2011”, έγραφε στα ελληνικά και στα γεωργιανά, τιμώντας μια ιστορική επέτειο που απ’ ότι έμαθα γιορτάστηκε μεγαλοπρεπώς στο χωριό πριν από δύο χρόνια.

Αμέσως μετά, κατευθυνθήκαμε παραδίπλα. Ανεβήκαμε προσεκτικά τα λαξευμένα στην πέτρα σκαλοπάτια και βρεθήκαμε στο καμπαναριό, μικρό αλλά επιβλητικό κι αυτό, όπως και η εκκλησία. Το σημείο προσέφερε την ευκαιρία για μια πλήρη πανοραμική θέα του χωριού, των γύρω εκτάσεων αλλά και των βουνών στο βάθος, με τις χιονισμένες κορυφές να συμπληρώνουν ένα σκηνικό βγαλμένο, λες, από ακριβό φωτογραφικό λεύκωμα.

Δίπλα στο καμπαναριό, ένας μεγάλος ανοιχτόχρωμος μεταλλικός σταυρός στερεωμένος στην πέτρα. Κατά τον κύριο Γιώργο, αυτός ο σταυρός είναι που έδωσε το όνομα στο χωριό – τσίχις στα γεωργιανά είναι το κάστρο και τζβάρι σημαίνει σταυρός, δε γνωρίζω για ποιο λόγο ο λοφίσκος αυτός ονομάστηκε κάστρο, ίσως απλά επειδή είναι το ψηλότερο σημείο του χωριού και πάντα σε τέτοια ψηλά σημεία χτίζονταν τα κάστρα στις πολιτείες.

Κάτω ακριβώς από τον λόφο του καμπαναριού, σε κοντινή απόσταση από τους Αγίους Θεοδώρους, δεσπόζει το σχολείο του Τσιχιστζβάρι, ένα κτήριο που πρόσφατα ανακαινίστηκε με κεφάλαια του προγράμματος Hellenic Aid του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών – κάτι για το οποίο απ’ ότι κατάλαβα οι κάτοικοι είναι ιδιαίτερα χαρούμενοι και υπερήφανοι. Στο σχολείο τα μαθήματα γίνονται στα γεωργιανά, στα ρώσικα και κατ’ επιλογήν στα ελληνικά για όσους μαθητές το επιθυμούν. Παρήγορο είναι ότι, όπως μου απάντησε ο κύριος Γιώργος, τα παιδιά θέλουν να μαθαίνουν ελληνικά, έστω και σαν μια γλώσσα που την αντιμετωπίζουν ως ένα μνημείο της οικογενειακής τους παράδοσης περισσότερο, παρά ως ένα εργαλείο που θα τους χρησιμεύσει στη ζωή τους στη Γεωργία, εκτός βέβαια κι αν έχουν αποφασίσει πως κάποτε θα μετοικίσουν στην Ελλάδα.

Φεύγοντας από το σχολείο, αρχίσαμε να περπατάμε αργά μέσα στα δρομάκια του χωριού, χαζεύοντας τα φτωχικά αλλά μεγάλα χωριάτικα σπίτια με τις εξίσου μεγάλες αυλές και συζητώντας για τη δύσκολη καθημερινότητα στο Τσιχιστζβάρι.

Από δίπλα μας, περνούσε που και που κάποιο αγροτικό αυτοκίνητο και συχνότερα αγελάδες που έκαναν κι αυτές τη βόλτα τους ελεύθερες – μια εικόνα που συναντά κανείς πολύ συχνά στις επαρχιακές περιοχές της Γεωργίας. Ο κύριος Γιώργος δεν παρέλειπε να μας συστήνει με χαρά σε όποιον συναντούσαμε στο δρόμο μας, ενώ κάτι που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και με συγκίνησε είναι πως σχεδόν όσοι έτυχε να συναντήσουμε ή να ακούσουμε ενώ προχωρούσαμε, χαιρετιόνταν και μιλούσαν μεταξύ τους περισσότερο στα ελληνικά.

Όταν μετά από κάμποση ώρα βρεθήκαμε ξανά έξω από το σπίτι του κυρίου Γιώργου και καταλάβαμε πως έφτανε η ώρα που θα φεύγαμε από το όμορφο Τσιχιστζβάρι, μια περίεργη, απόκοσμη ησυχία απλώθηκε ξαφνικά στην παρέα. Έπιασα το βλέμμα όλων να προσπαθεί να δραπετεύσει έστω για λίγο ακόμα δεξιά κι αριστερά, να προσπαθεί να ρουφήξει περισσότερες εικόνες, να τις πάρει μαζί πίσω στην πόλη, ενθύμια ενός όμορφου τόπου με όμορφους ανθρώπους. Δώσαμε τα χέρια με τον κύριο Γιώργο, αγκαλιαστήκαμε και ευχηθήκαμε να μας αξιώσει ο Θεός κάποια μέρα ν’ ανταμώσουμε ξανά, να ξαναπιούμε καφέ, να ξανακάνουμε μια βόλτα στο χωριό.

Φεύγοντας, το Τσιχιστζβάρι μας επιφύλασσε μια τελευταία έκπληξη, έπρεπε κι αυτό να μας αποχαιρετήσει. Στην πίσω όψη της πινακίδας που όταν ερχόμασταν είδαμε γραμμένο το όνομα του χωριού σε τρεις γλώσσες, υπήρχε γραμμένη μια ευχή, στα γεωργιανά και στα ελληνικά. “Καλή δρομιά”, δηλαδή καλό δρόμο, στην ξεχωριστή διάλεκτο των Ποντίων. Ξανά επιφωνήματα έκπληξης και χαράς, ξανά στάση για φωτογραφίες.

Καλή δρομιά”… και πώς να μην είναι καλή, μετά από μια μέρα που μας πλημμύρισε με τόσα συναισθήματα και τόσες συγκινήσεις.

კომენტარები
Загрузка...